28 Οκτ 2011

Εκεί Μέσα

Οι άνθρωποι δεν κρύβουν εκπλήξεις,
κρύβουν μαλακίες.

     ***

Ο ασταμάτητα αυτοκριτικός δεν γκρινιάζει,
αυτοκτονεί!

     ***

Οι θεοί τραβούν
το καζανάκι στη χέστρα τους
και προκύπτει η
ζωή, που είναι ένας υπόνομος
γεμάτος σκατά,
όπου όλοι χέζουν ανεξαιρέτως
εκεί μέσα
και καθένας προσπαθεί να κολυμπήσει
εκεί μέσα,
να φτιάξει τη
δικιά του
προστατευτική
φούσκα,
εκεί μέσα.
                                      Ι.Α.

Ερώτηση: Συμφωνείτε;

18 Οκτ 2011

Ημερολογιακές καταγραφές (1)

  Μέρα απεργίας και περιμένω στην ουρά για βενζίνη. Κυκλοφοριακό χάος, αυτοκινητιστικό στριμωξίδι και κορναρίσματα. Οι άνθρωποι κορνάρουν για να ανοίξουν μια δίοδο μέσα στα μέταλλα, σαν άλλοι Μωυσείς. Έχει περάσει μισή ώρα και θα περάσει άλλη τόση μέχρι να φτάσω στο τέρμα του ομφάλιου λώρου του τροχοφόρου μωρού μου. Η μαμά βρίσκεται σε γνωστό super market, μεγάλο και εμπορικό, η χαρά του καπιταλισμού που έχει αφανίσει όλες τις γύρω μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Έχει όμως τη φτηνότερη βενζίνη και γι’ αυτό κερδίζει. Τι περιμένει ο άλλος που την τιμολογεί 30% απάνω; Το μωρό μου παίζει μουσική για να κάνει την αναμονή πιο ανώδυνη, ανάμεσα σε γιγαντιαίες ταμπέλες με διαφημίσεις, παντού γαμημένες διαφημίσεις!
                         «Γιατί να περιοριστείτε σε ένα...
                           όταν μπορείτε να έχετε 2 ;
                                          Διπλή
                                         συσκευασία
                                         σε καλύτερη
                                         τιμή!»
Μια φωτογραφία τέλεια σιδερωμένης συσκευασίας κι ένα λαχταριστό μπισκότο συνοδεύουν αυτό το κείμενο.
  Αποφασισμένη βγαίνω από το αυτοκίνητο και το κλειδώνω, εκεί, μες στη μέση της ουράς. Μπαίνω στο super market. Τα προϊόντα με ζαλίζουν. Δεκάδες, εκατοντάδες, χιλιάδες, ίσως και περισσότερα προϊόντα, τρόφιμα, παιχνίδια, προφυλακτικά, καλσόν, μεταλλαγμένα, βιολογικά, σκατά. Παντού σκατά! Ρωτάω. Με κατευθύνει με ένα κοκκινάδι για χαμόγελο στα σάπια της δόντια και μπόλικο σοβά στη μάπα. Πάω και ψάχνω, ψάχνω και τσουπ! Το βρίσκω επιτέλους, να στέκεται σε ένα ράφι και να μου κλείνει το μάτι πονηρά από μακριά. Απλώνω το χέρι. Η συσκευασία είναι στραπατσαρισμένη. Ψηλαφώ με τα δάχτυλα τα τρίματα από αυτά που κάποτε θα ήταν μπισκότα. Απογοητεύομαι στιγμιαία μέχρι να πιάσω μία συσκευασία από το βάθος του ραφιού, λίγο πιο ατσαλάκωτη και τα μπισκοτάκια λίγο πιο ακέραια. Πάω στο ταμείο. Άλλη μια σάπια, κόκκινη οδοντοστοιχία με σοβά στη μάπα με ρωτά: «Τιμολόγιο ή απόδειξη;». «Απόδειξη.» Με ρωτά αν έχω κάρτα supermarketόπουλος. «Δεν έχω» της λέω. Μου προτείνει να βγάλω γιατί έτσι, λέει, θα έχω έκπτωση σε ορισμένα προϊόντα και επιπλέον θα μαζεύω πόντους και με 1000 πόντους θα έχω μία δωροεπιταγή των 6 ευρώ. Το λέει αυτό με πειρισσό ενθουσιασμό πάντα δείχνοντας το κοκκινάδι που έχει μείνει στα σάπια της δόντια και το σοβά να ραγίζει σα λάσπη σε μέρα ξηρασίας και παραλείποντας φυσικά να μου αναφέρει ότι με κάθε αγορά 20 πραγμάτων, κερδίζεις το πολύ 10 πόντους. Της λέω πως θα το σκεφτώ. Ρωτά αν θα πληρώσω με πιστωτική. Της δίνω το τελευταίο χαρτονόμισμα των 50 ευρώ που έχω και είναι ακόμα αρχές του μήνα. Μου δίνει πρώτα την απόδειξη και μετά τα ρέστα που κουδουνίζουν μίζερα.
  Τα μπισκότα τώρα μου ανήκουν σκέφτομαι και δεν προσέχω τη γυάλινη πόρτα που δεν ανοίγει αυτόματα ως συνήθως. Χτυπάω πάνω της. Ένας υπάλληλος σπεύδει να με ρωτήσει αν είμαι καλά και μ’ ένα κόλπο την ανοίγει. Ντροπιασμένη σκίζω τη συσκευασία με αγωνία. Το μπισκότο είναι σε τρία κομμάτια. Τα πιάνω με τη χούφτα μου και τα χώνω στο στόμα μου. Μορφάζω. Δε μου πολυαρέσει. Ανήκει πλέον στο στομάχι μου και μετά θα ανήκει στη χέστρα, απ’ όπου θα διαλυθεί στα μόριά του και θα ανήκει στην ανυπαρξία, σαφώς λιγότερο εντυπωσιακά απ’ ότι υποσχόταν η διαφήμιση.
  Πετάω το άλλο και πάω στο αυτοκίνητο. Βάζω μπρος και το μετακινώ περίπου ένα μέτρο, όσο προχώρησαν οι άλλοι, κι η μουσική συνεχίζει να παίζει.
  Απλώς επειδή η φυλακή μας είναι μεγαλύτερη και πιο χρωματιστή, δεν παύει να είναι φυλακή κι, επιπλέον, μας κοστίζει ακριβά.
                                                                                                                            Ι.Α.

Ερώτηση: Μιλήστε για τη φυλακή σας. Πείτε κάτι από την καθημερινότητα.

15 Οκτ 2011

Βερενίκη

  Κάθε λογής κατάντια, κάθε μορφής αθλιότητα στον κόσμο. Τυλίγοντας τη γη σαν το ουράνιο τόξο, οι αποχρώσεις της έχουν την ίδια μ' αυτό ποικιλία, ξεχωρίζουν καθαρά, κι όμως ανακατώνονται η μια μέσα στην άλλη. Τυλίγοντας τη γη σαν το ουράνιο τόξο! Πώς γίνεται ν' αντλώ από την ομορφιά έναν τύπο ασκήμιας; Από το σύμβολο της γαλήνης μια παρομοίωση θλίψης; Αλλά, όπως στη φιλοσοφία το κακό είναι μια συνέπεια του καλού, έτσι και στη ζωή απ' τη χαρά γεννιέται η θλίψη. Είτε η θύμηση της περασμένης ουράνιας ευτυχίας είναι η σημερινή αγγούσα, είτε οι τωρινές αγωνίες έχουν την αρχή τους στις εκστάσεις, που ίσως κάποτε να είχαν υπάρξει.
  (...)
  Και τότε μ' έπιασε η μονομανία μου με όλη της την λύσσα* άδικα πάλεψα, για ν' απαλλαχτώ απ' την αλλόκοτη κι ακατανοίκητη επιρροή της. Μέσα στα τόσα πράγματα του εξωτερικού κόσμου, δεν είχα άλλη σκέψη από τα δόντια της. Τα νοσταλγούσα με λαχτάρα. Όλα τ' άλλα ζητήματα, ό,τι άλλο μ' ενδιέφερε, όλα απορροφήθηκαν μονάχα στο αγνάντεμά τους. Αυτά, αυτά μονάχα έβλεπα με τα μάτια του νου μου, κι αυτά μονάχα, με την ξεχωριστή ατομικότητά τους, έγιναν η ουσία της διανοητικής μου ζωής. Τα 'βλεπα κάτω από κάθε φως. Τα γύριζα από κάθε γωνιά. Εξέταζα τα χαρακτηριστικά τους. Σταματούσα στις λεπτομέρειες. Σκεφτόμουνα τη διάπλασή τους. Βυθιζόμουνα σε ρεμβασμούς σχετικά με τηην αλλοίωσή τους. Αναρριγούσα καθώς τους έδινα με τη φαντασία μου μια δύναμη ευαισθησίας και αίσθησης -κι ακόμη, χωρίς τη συμπαράσταση των χειλιών, την ικανότητα μιας έκφρασης ψυχικής. Για τη δεσποινίδα Σαλ είχαν πει πολύ σωστά πως "όλα τα βήματά της ήταν αισθήματα", και για την Βερενίκη πίστευα πιο σοβαρά πως όλα της τα δόντια ήταν ιδέες. Ιδέες! Α, για τούτο τα λαχταρούσα τόσο τρελά! Ένιωθα πως μονάχα η απόχτησή τους θα μου ξανάδινε τη γαλήνη ξαναφέρνοντάς με στα λογικά μου.
  (...)
Έντγκαρ Άλαν Πόε
μετάφραση: Κοσμάς Πολίτης
Ερώτηση: Όλα -ίσως- είναι σχετικά. Από τι είδους ασχήμιες αντλείτε ομορφιά; Από τι είδους ομορφιές, αντλείτε ασχήμια;

9 Οκτ 2011

Κατσαρίδες (part 2)

  Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια του. Στην αρχή δυσκολεύτηκε. Έπαιξε λίγο με τα βλέφαρα του. Υπήρχαν τσίμπλες που τον ενοχλούσαν. Τις έτριψε και τις ξεφορτώθηκε. Κοίταξε γύρω. Δεν είχε νόημα, πίσσα, σκοτάδι. Αναρωτήθηκε πόση ώρα ήταν αναίσθητος, ένα λεπτό ή ένα χρόνο. Στηρίχτηκε στα χέρια του και σηκώθηκε όρθιος αργά και με δυσκολία. Ήταν μουδιασμένος κι εξαντλημένος. Κάτι αναδεύτηκε δίπλα του. Τον άκουσε να φωνάζει το όνομά του. Ο αδερφός του είχε ξυπνήσει κι ήταν εξίσου τρομαγμένος. Δεν το έκρυβε πλέον ούτε αυτός. Ψηλάφισε στον αέρα μέχρι να βρει το χέρι του. Το έπιασε σφιχτά και το ένιωσε ιδρωμένο, όσο και το δικό του. Οι ανάσες τους ήταν γρήγορες και κοφτές. Ανατρίχιαζαν από το κρύο αλλά προσπάθησαν, με τα χέρια στον αέρα, να περπατήσουν προς τη μοναδική πηγή φωτός που υπήρχε, τη χαραμάδα κάποιας πόρτας προφανώς, κάπου πολύ χαμηλά. Θα έπρεπε με κάποιον τρόπο να κατεβούν αλλά ήταν διπλά μάταιο αφού ακούμπησαν σε παγωμένο μέταλλο. Βρίσκονταν σε κλουβί. Παραιτημένοι, σχεδόν έπεσαν πάνω στους γυμνούς τους κώλους, κάθησαν κι άρχισαν να περιμένουν με τα χέρια πάντα σφιχτά πλεγμένα και τα δάχτυλα να γλιστρούν από τον ιδρώτα.
  Ένα ρυθμικό σφύριγμα ακούστηκε, γνώριμο, υπό τη συνοδεία βημάτων. Η έντασή τους ολοένα και αύξανε. Μετά, σταμάτησαν. Ακούστηκε ήχος από πόμολο που γυρίζει, ένα τρίξιμο πόρτας, φως διάχυτο, δύο βήματα ακόμη, πάλι τρίξιμο, πάλι το πόμολο και πάλι σκοτάδι. Ένας ανεπαίσθητος, κοφτός ήχος και ξαφνικά δυνατό φως έκανε τα μάτια τους να τσούζουν. Αφού συνήθισαν, περιεργάστηκαν τον απαγωγέα τους φοβισμένα. Χοντρή μέση και φουσκωμένη κοιλιά που ασφυκτιούσε πάνω από τη μεταλλική πόρπη της ζώνης. Παντελόνι, μαύρο και ασιδέρωτο, σχεδόν εφαρμοστό, που αναδείκνυε το αφύσικα μεγάλο όργανό του, και κατέληγε γυρισμένο λίγο πάνω από τους αστράγαλους. Και ‘κει, ένα ζευγάρι ξυπόλητα πέλματα να πηγαινοέρχονται μες στο δωμάτιο με τις φλέβες να πάλονται διακριτικά και τα δάχτυλα, τέλεια περιποιημένα, να χορεύουν λες και είχαν δικιά τους ζωή. «Τώρα θα διασκεδάσουμε» είπε και χαμογέλασε. Άρχισαν να ουρλιάζουν μα οι φωνές τους ήταν λεπτές και τσιριχτές.
                                                                      ***
  Κατευθύνθηκε προς το μέρος του κλουβιού και τους κοίταξε επίμονα. Ξεφύσηξε κουρασμένα και τέντωσε τα τριχωτά του δάχτυλα μέχρι να κάνουν όλα από ένα ανατριχιαστικό «κρακ». Άνοιξε το πάνω μέρος του κλουβιού, το σήκωσε και το γύρισε μέσα σε ένα κουτί που βρισκόταν στο πάτωμα. Τα ανθρωπάκια έπεσα βίαια στον πάτο του κουτιού. Μετά από την πτώση, το ένα δεν μπορούσε να σηκωθεί από τον πόνο, ενώ το άλλο κούτσαινε. Άρχισαν να εξαπολύουν κατάρες και απειλές που τον έκαναν να ξεκαρδιστεί στα γέλια. Κάθησε οκλαδόν δίπλα στο κουτί, άρπαξε μία καρφίτσα κι άρχισε να παίζει, προσπαθώντας να τα πετύχει. Το όρθιο ανθρωπάκι ήταν αρκετά διασκεδαστικό. Ούρλιαζε κι έτρεχε γύρω γύρω μέσα στο κουτί υψώνοντας τα χέρια του πάνω από το κεφάλι και προσπαθώντας πότε πότε να πιάσει την καρφίτσα για να του την αποσπάσει. Το άλλο ανθρωπάκι όμως δεν κουνιόταν και περισσότερο έκλαιγε παρά ούρλιαζε. Σύντομα σταμάτησε να γελάει κι άρχισε να βαριέται. Ξεφύσηξε πάλι με ένα δυνατό «φφφφ».
  Σηκώθηκε από τη θέση του και κατευθύνθηκε προς το ψυγείο που υπήρχε στο δωμάτιο, σέρνοντας τα βήματά του. Σύντομα άρχισε να σφυρίζει ρυθμικά βλέποντας με την άκρη του ματιού του το ένα ανθρωπάκι να έχει πέσει στα γόνατα, δίπλα στο άλλο, και να προσεύχονται μαζί σε θεούς και δαίμονες για σωτηρία. Γέλασε ειρωνικά. Άνοιξε το ψυγείο και έβγαλε από μέσα δύο ψωμάκια για σάντουϊτς, βούτυρο και τυρί. Άρχισε να αλείφει το βούτυρο σφυρίζοντας, έβαλε το τυρί και κατευθύνθηκε προς το κουτί. Έσκυψε από πάνω και άπλωσε την παλάμη του. Μια σταγόνα σάλιο ξέφυγε από το χείλι του. Με τα δυο του δάχτυλα έπιασε το ξαπλωμένο ανθρωπάκι που δεν του έφερνε αντίσταση. Το έχωσε ανάμεσα στα ψωμάκια. Αυτό ούρλιαζε. Άνοιξε το στόμα του. Αυτό ούρλιαζε. Έφερε το σάντουϊτς ανάμεσα στα δόντια του. Αυτό ούρλιαζε. Τα έκλεισε. Το ουρλιαχτό πνίγηκε κι αυτός μασούσε με ευχαρίστηση.
                                                            ***
  Έσφιξε τα βλέφαρά του με δύναμη. Τσίμπησε το μπράτσο του με περισσότερη δύναμη και δάγκωσε τη γλώσσα του μέχρι που γεύτηκε το αίμα του. Άνοιξε τα μάτια του. Διέκρινε τις τριχούλες στη μύτη του απαγωγέα τους. Δεν ήταν εφιάλτης. Ξαναέκλεισε τα μάτια του και άρχισε να κλαίει βουβά, τρομοκρατημένος. Ένιωθε την ανάσα του απαγωγέα να τον ζεσταίνει και μύριζε αυτό που μόλις είχε φάει. Το κουτί αναταράχτηκε και γύρισε ανάποδα σε χαμηλό ύψος από το πάτωμα. Έπεσε κάτω και τον άκουσε να λέει: «Άντε λοιπόν, τρέχα!». Άρχισε να τρέχει όσο γρήγορα του επέτρεπε το πονεμένο του πόδι, χωρίς να ξέρει πού να πάει και συνοδευόμενος από το σαρδόνιο γέλιο του απαγωγέα, του οποίου οι πατούσες τον ακολουθούσαν και συχνά τις έβλεπε από πάνω του και τις απέφευγε την τελευταία στιγμή. Σύντομα, άρχισε να λαχανιάζει και χώθηκε πίσω από το ψυγείο, προσπαθώντας να σκεφτεί. Αυτός, μετακινούσε το ψυγείο και έχωνε την πατούσα του από πίσω. Πισωπατούσε με μάτια γουρλωμένα προς τα πέλματα που αγωνιούσαν να τον φτάσουν και τις φλέβες τους που σκυροκοπούσαν. Ίσως κατάφερνε να περάσει κάτω από τη χαραμάδα εκείνης της πόρτας. Πήρε μια βαθιά ανάσα, ελίχτηκε, πέρασε ξυστά δίπλα από τα δαχτυλα κι άρχισε να τρέχει πάλι όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ένιωσε την έκπληξη του απαγωγέα αλλά αμέσως τον πήρε από πίσω. Έτρεχε όλο και πιο γρήγορα. Τα πέλματα τον ακολουθούσαν. Έτρεχε. Τα πέλματα πλησίαζαν. Έτρεχε, η χαραμάδα ήταν μπροστά, ένας σάλτος χρειαζόταν. Σκιά.
  Δεν πρόλαβε.

                                                                                                                      Ι.Α.

  • Μακροφιλία: Η σεξουαλική προσφιλή για γιγαντιαία όργανα και για γιγαντιαίες μορφές από τις οποίες το άτομο επιθυμεί να συνθλίβεται. 
  • Βοροφιλία: Η σεξουαλική προσφιλή στο να τρώγεσαι από γιγαντιαία άτομα.
  • Διαβόρος: Αυτός που τρώει.
  • Διάβορος: Αυτός που τρώγεται.
  • Ποδολαγνεία: Η σεξουαλική προσφιλή για τα κάτω άκρα.

Παραγγελία του φίλου μου Ε., που, για την ώρα, διαχειρίζεται τα πάθη του πιο δυνατά και πιο αξιοπρεπώς απ' ότι πίστευα ότι ποτέ θα δω και μπορούσα να φανταστώ ότι μπορεί να κάνει άνθρωπος και σίγουρα ο εαυτός μου. Τον ευχαριστώ για τη βοήθειά του.

Ερώτηση: Μιλήστε για τα πάθη σας, όποια κι αν είναι αυτά.

4 Οκτ 2011

Κατσαρίδες (part 1)

  Ξαφνικά, κάτι ανάδεψε τα σωθικά του. Ένας οξύς πόνος διαπέρασε τον εγκέφαλό του και κάθε άρθρωση του σκελετού του. Το στομάχι του συσπάστηκε  βίαια και αστραπιαία ξέρασε ό,τι είχε μέσα ανάμεικτο με κίτρινες βλένες. Διπλώθηκε. Τα μάτια του γούρλωσαν και τα ένιωθε να φουσκώνουν και να ξεφουσκώνουν ταχύτατα στο ρυθμό της καρδιάς του που χτυπούσε ολοένα και γρηγορότερα. Κοίταξε το στήθος του και την έβλεπε να προσπαθεί να το σκάσει από εκεί μέσα. Τα πλευρά του τον πίεζαν οδηνυρά και τα άκρα του πρήζονταν και ξεπρήζονταν, οι φλέβες του διογκώνονταν προσπαθώντας να διαπεράσουν το δέρμα του.
  Έριξε φευγαλέες ματιές γύρω του με όση όραση του απέμενε. Οι δρόμοι ήταν ασφυκτικά γεμάτοι από ησυχία. Τα φανάρια ήταν στη θέση τους και αναβόσβηναν από κόκκινο σε πράσινο και από πράσινο σε κίτρινο και μετά κόκκινο. Τα αυτοκίνητα όμως ήταν ακινητοποιημένα και άνθρωποι δεν υπήρχαν πουθενά. Τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά, όπως όριζε η ώρα, αλλά τα εμπορεύματα εκτεθειμένα, δεν υπήρχαν πωλητές, ούτε πελάτες. Τα κτήρια ήταν τεράστια, αφύσικα τεράστια και έγερναν προς το μέρος του. Τα πεζοδρόμια και οι γραμμές στους δρόμους καμπυλώνονταν. Σύννεφα είχαν κρύψει τον ήλιο χωρίς να φαίνεται όμως να κινούνται προς τα κάπου. Ένα ανατριχιαστικό αεράκι φυσούσε παρασέρνοντας κωλόχαρτα από τους κάδους και τα παράθυρα των γραφείων στους πάνω ορόφους.  Όσο περνούσε η ώρα τα κτήρια έγερναν και πιο πολύ, μεγάλωναν και πιο πολύ και το γκράφιτι σε έναν γυμνό τοίχο μαύριζε με ένα μαύρο κολασμένο και έγραφε «βασανίζομαι». Μια κατσαρίδα πέρασε από δίπλα του βιαστικά και χάθηκε στον υπόνομο.
  Ούρλιαξε. Η κατσαρίδα είχε το μέγεθός του. Πισωπάτησε. Λίγο ακόμα και θα έπεφτε στον υπόνομο. Οι πόνοι είχαν περάσει. Κοίταξε το σώμα του. Όλα φαίνονταν στη θέση τους αλλά ήταν γυμνός. Ενστικτωδώς κοίταξε βιαστικά γύρω του και έβαλε τα χέρια του πάνω στο μόριό του. Πρώτα παρατήρησε τον υφασμάτινο σωρό δίπλα του, έμοιαζε με τα ρούχα του, μόνο που ήταν τεράστια. Ύστερα την πόλη γύρω του, είχε και πάλι φασαρία, μόνο που ήταν γιγαντιαία και τότε θυμήθηκε τρομαγμένος.
   «Ο αδερφός μου!». Άρχισε να στριφογυρνάει το κεφάλι του σα σβούρα χωρίς να τον νοιάζει πια το μόριό του. Τον είδε λίγο πιο πέρα με το ίδιο τρομακρατημένο βλέμμα να στριφογυρνάει το κεφάλι του σα σβούρα, γυμνό. Τον φώναξε και η φωνή του ήταν λεπτή και τσιριχτή. Τον φώναξε κι αυτός αλλά η φωνή του ήταν λεπτή και τσιριχτή. Έτρεξαν ο ένας προς τον άλλο. Αγκαλιάστηκαν. Συνειδητοποίησαν ότι έπρεπε να πάνε κάπου όπου θα είναι ασφαλείς γιατί οι άνθρωποι ήταν στη θέση τους και το χειρότερο, κινούνταν. Μπορούσαν να το καταλάβουν γιατί έβλεπαν παντού παπούτσια να πηγαινοέρχονται, μοκασίνια, γόβες, αθλητικά, σαγιονάρες, κάθε λογής παπούτσια κυκλοφορούσαν γύρω τους, άνοιγαν και έκλειναν με ταχύτητα, μπορούσαν να τα ακούσουν, μπορούσαν να είναι από κάτω τους.
  Άρχισαν να τρέχουν προς έναν τοίχο, μιαν άκρη, έτρεχαν κι ο αγώνας τους έμοιαζε να μην τελειώνει ποτέ. «Γκντουπ» χτύπησαν πάνω σε έναν γυάλινο τελικά τοίχο, πάνω στη φόρα τους. Οπισθοδρόμησαν και χτύπησαν πάλι σε γυάλινο τοίχο. Πήγαν δεξιά, πήγαν αριστερά, ο γυάλινος τοίχος ήταν εκεί. Ήταν περικυκλωμένοι και έβλεπαν καθαρά μία τεράστια κιτρινόμαυρη οδοντοστοιχία που αναδείκνυε όλη της τη σαπίλα. Από πάνω της, δύο μάτια, σχιστά από το γέλιο, γυάλιζαν θριαμβευτικά. Ανάμεσα τους τρίχες εξείχαν από τα ρουθούνια και πήγαιναν πέρα δώθε, πέρα δώθε από αγωνία κι ενθουσιασμό. Ξαφνικά, μια σκιά έπεσε απάνω τους κι ύστερα ο ήλιος κρύφτηκε εντελώς. Ύστερα, κάποιες χαραμάδες άνοιξαν και το φως άρχισε πάλι να τους φτάνει από όπου και έβλεπαν τι γινόταν. Άρχισαν να χάνουν την ισορροπία τους, έπεσαν κάτω. Η πτήση κράτησε δύο το πολύ δευτερόλεπτα και μετά όλα σκοτείνιασαν εντελώς. Ένα χαιρέκακο γέλιο ακούστηκε και άρχισαν πάλι να νιώθουν κίνηση επιβεβλημένη από έξω, παρέα με ένα ρυθμικό σφύριγμα. Ούρλιαζαν μα οι φωνές του ήταν λεπτές και τσιριχτές.

Συνεχίζεται...

                                                                                                                    I.A.

Παραγγελία του φίλου μου Ε., που, για την ώρα, διαχειρίζεται τα πάθη του πιο δυνατά και πιο αξιοπρεπώς απ' ότι πίστευα ότι ποτέ θα δω και μπορούσα να φανταστώ ότι μπορεί να κάνει άνθρωπος και σίγουρα ο εαυτός μου.